λυτρώ

λυτρώ
λυτρῶ, -όω (AM)
βλ. λυτρώνω.

Dictionary of Greek. 2013.

Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • λυτρῶ — λυτρόω release on receipt of a ransom pres subj act 1st sg λυτρόω release on receipt of a ransom pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λύτρῳ — λύτρον price of release neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • BALEARES — vulgo Maiorque, et Minorque, duae insul. Maris Mediterran. ante Hispan. quarum maior, quae Orientem spectat, longa est 100. mill. pass. circuitu 380. Cuius praecipua oppida olim fuêre Palam, et Pollentia. Minor longa est 60. ambitu 150. Sic… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αλύτρωτος — η, ο (Α ἀλύτρωτος, ον) αυτός που δεν λυτρώθηκε, δεν ελευθερώθηκε ή δεν μπορεί ακόμη να ελευθερωθεί νεοελλ. 1. συνήθως στον πληθ. οι αλύτρωτοι ομοεθνείς που βρίσκονται ακόμη κάτω από τον ζυγό ξένου κυριάρχου σήμερα χρησιμοποιείται ιδίως για τους… …   Dictionary of Greek

  • αναλυτρώ — ἀναλυτρῶ ( όω) (Α) [λυτρῶ] καταβάλλω λύτρα και ελευθερώνω αιχμάλωτον, απολυτρώνω …   Dictionary of Greek

  • λυτρώνω — (AM λυτρῶ, όω) [λύτρα] 1. απελευθερώνω αιχμάλωτο λαμβάνοντας λύτρα, ως αντάλλαγμα 2. απαλλάσσω κάποιον από κακό (α. «ο θάνατος τόν λύτρωσε από τα βάσανα» β. «μηδ ἐκ τῶν ἰδίων λελυτρῶσθαι πένητες ἄνθρωποι», Δημοσθ.) μσν. εξαγοράζω αρχ. 1. (κατά… …   Dictionary of Greek

  • παραλυτρούμαι — όομαι, Α 1. εξαγοράζομαι με λύτρα 2. (η μτχ. αρσ. ενεστ. ως ουσ.) Παραλυτρούμενος τίτλος κωμωδίας τού Σωτάδου. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + λυτρῶ / λυτροῦμαι (< λύτρον)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”